Τις τελευταίες μέρες, η πόλη μας βρίσκεται στο επίκεντρο κινητοποιήσεων, με κατοίκους να εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους για την εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας στην περιοχή της παλιάς υδατοδεξαμενής, επί της οδού Μακρυγιάννη. Κεντρικό επιχείρημα όσων αντιδρούν είναι η εγγύτητα της εγκατάστασης σε σχολικές μονάδες, καθώς και ο προβληματισμός για πιθανές επιπτώσεις στην υγεία.
Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι η εγκατάσταση της κεραίας έγινε σύμφωνα με τη διαδικασία αδειοδότησης από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), ανεξάρτητη αρχή με αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο και πολλαπλούς μηχανισμούς ελέγχου. Επιπλέον, οι εκπομπές ακτινοβολίας παρακολουθούνται στην Ελλάδα από την Εθνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ), η οποία επιβάλλει όρια σημαντικά πιο αυστηρά από τα διεθνώς προβλεπόμενα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Σύλλογος Τεχνολογίας Θράκης – ο οποίος απαρτίζεται από επιστήμονες και επαγγελματίες του χώρου της τεχνολογίας – πήρε θέση με στόχο τη νηφάλια ενημέρωση και τον δημόσιο διάλογο με βάση τα επιστημονικά δεδομένα.
Στην ανακοίνωσή του, ο Σύλλογος επισημαίνει ότι οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας εκπέμπουν μη ιονίζουσα ακτινοβολία, όπως το Wi-Fi και τα ραδιοκύματα, η οποία δεν έχει την ενέργεια να μεταβάλει το DNA ή να προκαλέσει βλάβες σε κυτταρικό επίπεδο. Οι επιπτώσεις περιορίζονται σε ενδεχόμενη θερμική επιβάρυνση μόνο σε περίπτωση υπερβολικής και εκτός ορίων έκθεσης, κάτι που – όπως διαβεβαιώνεται – δεν ισχύει στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις στη χώρα μας.
Ακόμη, επισημαίνεται ότι η σύγχρονη τεχνολογία των κεραιών έχει εξελιχθεί σημαντικά: χρησιμοποιείται κατευθυντική εκπομπή (beamforming) και χαμηλότερη ισχύς, ενώ όταν υπάρχει καλό σήμα από την κεραία, το ίδιο το κινητό εκπέμπει λιγότερη ακτινοβολία, άρα μειώνεται συνολικά η έκθεση του χρήστη.
Ο Σύλλογος προτείνει:
- Επίσημες μετρήσεις ακτινοβολίας από την ΕΕΑΕ στα σημεία ανησυχίας, όπως σχολεία.
- Συνεχή έλεγχο και δημοσίευση των σχετικών στοιχείων.
- Ανοιχτή εκδήλωση διαλόγου με ειδικούς, ώστε να υπάρξει ουσιαστική και υπεύθυνη ενημέρωση των πολιτών.
Η ανακοίνωση καταλήγει τονίζοντας πως η τεχνολογία δεν πρέπει να επιβάλλεται, αλλά να εξηγείται και να ελέγχεται. Ούτε όμως και να απορρίπτεται με βάση τον φόβο ή την παραπληροφόρηση.
Το ζήτημα της εγκατάστασης τέτοιων υποδομών σε κατοικημένες περιοχές είναι πράγματι πολυσύνθετο. Αφορά ταυτόχρονα την ανάγκη για τεχνολογική υποδομή, την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά και τη διαφάνεια απέναντι στην κοινωνία.
Η συζήτηση αυτή αξίζει να γίνει με ψυχραιμία, σεβασμό και, πάνω απ’ όλα, με γνώμονα τα τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα.
Α.Κ.








