Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Μετά τη φωτιά του 2023 – Δραματική μείωση στα ερπετά του Δάσους Δαδιάς

Το Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς–Λευκίμης–Σουφλίου, ένας από τους σημαντικότερους θησαυρούς βιοποικιλότητας της Ελλάδας και της Ευρώπης, συνεχίζει να μετρά τις πληγές του μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές των ετών 2022 και ιδιαίτερα του 2023. Οι πυρκαγιές κατέκαψαν μεγάλες εκτάσεις, προκαλώντας σοβαρές πιέσεις στους πληθυσμούς της άγριας πανίδας.

Πρόσφατη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Τμήμα Βιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κατέγραψε τις συνέπειες αυτής της οικολογικής καταστροφής. Τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά και δείχνουν μεγάλες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα αμφίβια και τα ερπετά της περιοχής.

Παρά τις απώλειες, τα αμφίβια φαίνεται να αντέχουν καλύτερα στις πυρκαγιές. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 73% των ειδών εξακολουθεί να υπάρχει στο πάρκο. Η ύπαρξη υδάτινων σωμάτων και η καλοκαιρινή νάρκη λειτούργησαν προστατευτικά, επιτρέποντας σε μεγάλο μέρος των πληθυσμών να επιβιώσει, έστω και με μειωμένους αριθμούς.

Η εικόνα για τα ερπετά είναι πολύ πιο ανησυχητική. Από τα 29 είδη που είχαν καταγραφεί πριν τις πυρκαγιές, μόλις το 31% εντοπίστηκε ξανά. Ιδιαίτερα οι πληθυσμοί των χελωνών (Testudo hermanni και Testudo graeca) υπέστησαν δραματική πτώση, από 13,8 άτομα ανά εκτάριο το 2015 σε μόλις 1,03 άτομα/ha μετά την πυρκαγιά — μια μείωση της τάξης του 92,5%.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι κανένα φίδι δεν καταγράφηκε έως και 14 μήνες μετά την πυρκαγιά. Η απουσία τους δεν είναι μόνο βιολογική αλλά και λειτουργική, καθώς τα φίδια αποτελούν κρίσιμους μεσαίους θηρευτές και ρυθμιστές των οικοσυστημάτων.

Η απώλεια πάνω από τα δύο τρίτα των ειδών ερπετών καταδεικνύει την τεράστια ευαλωτότητα αυτής της ομάδας ζώων, λόγω της χαμηλής κινητικότητας και της αδυναμίας τους να διαφύγουν από τα μέτωπα της φωτιάς.

Τα ευρήματα της μελέτης υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες δράσεις αποκατάστασης και μια μακροπρόθεσμη στρατηγική διαχείρισης. Η μελλοντική δασική πολιτική στην περιοχή καλείται να ενσωματώσει τη «μωσαϊκότητα» των οικοτόπων και να ενισχύσει πρακτικές όπως η εκτατική κτηνοτροφία, η οποία μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της ετερογένειας του τοπίου — ένας ρόλος που είχε υποτιμηθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Κ.Π.

Facebook
Twitter
WhatsApp
Email

◉ Διαβάστε ακόμη