Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Δύο χρόνια μετά την καταστροφή: Το δάσος της Δαδιάς δείχνει αντοχές και ανακάμπτει

Δύο χρόνια μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 2023, η οποία κατέκαψε πάνω από 94.000 εκτάρια στον Έβρο και καταγράφηκε ως η μεγαλύτερη πυρκαγιά στην Ευρώπη, η φύση στο Δάσος Δαδιάς δείχνει σταδιακά σημάδια ανάκαμψης. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα εκτεταμένο πρόγραμμα παρακολούθησης της φυσικής αναγέννησης των δασικών οικοσυστημάτων της περιοχής.

Η μελέτη υλοποιείται με ανάθεση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας στη μελετητική εταιρεία ΜΕΛΙΑ Α.Ε., σε συνεργασία με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, το Ιόνιο Πανεπιστήμιο και την Εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας της Θράκης. Βασικός στόχος είναι η εκτίμηση του δυναμικού φυσικής αναγέννησης των δύο κύριων ειδών κωνοφόρων της περιοχής: της Τραχείας πεύκης (Pinus brutia) και της Μαύρης πεύκης (Pinus nigra).

Στο πρώτο στάδιο της μελέτης, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, πραγματοποιήθηκαν δειγματοληψίες σε 180 επιλεγμένες θέσεις εντός του Εθνικού Πάρκου Δαδιάς–Λευκίμης–Σουφλίου, σε δάσος Τραχείας πεύκης. Οι θέσεις αυτές κατηγοριοποιήθηκαν σε τρία επίπεδα δριμύτητας καύσης — χαμηλή, μέση και υψηλή — και σε διαφορετικά καθεστώτα μεταπυρικής διαχείρισης (αδιατάρακτες, περιοχές υλοτομίας και περιοχές όπου εφαρμόστηκαν αντιδιαβρωτικά έργα).

Η έρευνα επικεντρώθηκε στην ποσοτική καταγραφή νεαρών αρτιβλάστων και στη συλλογή δεδομένων για παράγοντες όπως η κάλυψη βλάστησης, το μικροανάγλυφο και οι μεταπυρικές παρεμβάσεις. Στη συνέχεια, εφαρμόστηκαν στατιστικά μοντέλα για την ανίχνευση των παραγόντων που επηρεάζουν περισσότερο τη φυσική αναγέννηση.

Η μεταπυρική αναγέννηση, μετρημένη ως αριθμός νεαρών πεύκων άνω των έξι μηνών ανά τετραγωνικό μέτρο, παρουσίασε μεγάλη διακύμανση: από 0 έως 26 άτομα/m², με μέση πυκνότητα 0,78 άτομα/m². Η τιμή αυτή θεωρείται ικανοποιητική, συγκριτικά με ανάλογες έρευνες σε νησιωτικά οικοσυστήματα όπου καταγράφηκαν μέσες πυκνότητες 0,30–0,36 άτομα/m².

Για πρώτη φορά επιβεβαιώθηκε ότι η δριμύτητα της φωτιάς αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει τη μεταπυρική αναγέννηση της Τραχείας πεύκης. Οι υψηλότερες πυκνότητες παρατηρήθηκαν σε περιοχές χαμηλής και μέσης δριμύτητας, ενώ οι περιοχές υψηλής δριμύτητας εμφάνισαν σημαντικά μειωμένη αναγέννηση.

Επιπλέον, η αναγέννηση διαφοροποιήθηκε ανάλογα με τη μεταπυρική διαχείριση. Θέσεις όπου διατηρήθηκε το νεκρό ξύλο ή εφαρμόστηκαν ήπιοι μεταπυρικοί χειρισμοί εμφάνισαν καλύτερα αποτελέσματα, σε αντίθεση με περιοχές αποψιλωτικής υλοτομίας.

Η ανάλυση έδειξε επίσης ότι η έκθεση, η κλίση και τα χαρακτηριστικά της υφιστάμενης βλάστησης επηρεάζουν σημαντικά την εγκατάσταση νέων πεύκων. Στο παρόν στάδιο, δεν είναι ακόμη εφικτός ο διαχωρισμός νεαρών ατόμων Τραχείας και Μαύρης πεύκης σε περιοχές όπου συνυπάρχουν.

Τα υπόλοιπα δασικά είδη παρουσιάζουν ιδιαίτερα ικανοποιητική εικόνα αναγέννησης από αναβλάστηση σε περιοχές χαμηλής και μέσης δριμύτητας. Κυριαρχούν τα ρείκια, οι βελανιδιές και τα φιλύκια, ενώ πολύ πυκνή καταγράφεται η παρουσία της λαδανιάς, η οποία προέρχεται από φύτρωση σπερμάτων. Τα ρείκια φαίνεται ότι ευνοούν την ανάπτυξη των πεύκων, ενώ η λαδανιά δρα ανταγωνιστικά.

Η συνολική κάλυψη του εδάφους από βλάστηση βρίσκεται σε πολύ καλά επίπεδα, γεγονός που μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο διάβρωσης από άνεμο ή βροχή.

Η μελέτη αυτή αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη φάση ενός ευρύτερου προγράμματος, που θα συνεχιστεί ώστε να παρακολουθηθεί η εξέλιξη της φυσικής αναγέννησης σε βάθος χρόνου και να εντοπιστούν περιοχές όπου ίσως απαιτηθούν επιπλέον μέτρα αποκατάστασης.

Τα πρώτα ευρήματα υπογραμμίζουν τη δυναμική ανθεκτικότητα των μεσογειακών πευκοδασών, αλλά και την ανάγκη στοχευμένης διαχείρισης στις πιο υποβαθμισμένες και δυσκολότερα αναγεννώμενες περιοχές του δάσους.

Facebook
Twitter
WhatsApp
Email

◉ Διαβάστε ακόμη