Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι Θεομητορική εορτή των Χριστιανικών Εκκλησιών, η οποία εορτάζεται στις 15 Αυγούστου. Στην Ελλάδα γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε πολλά μέρη της χώρας, ονομάζεται δε και «Πάσχα του καλοκαιριού».
Στην Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία ο εορτασμός της Κοίμησης της Θεοτόκου περιλαμβάνει κατά πρώτο λόγο το θάνατο και την ταφή της Παναγίας και κατά δεύτερο την ανάσταση και τη μετάστασή της στους ουρανούς.
Για την Κοίμηση της Θεοτόκου δεν υπάρχουν πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτήν μαθαίνουμε από τις διηγήσεις σημαντικών εκκλησιαστικών ανδρών, όπως των Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, Μόδεστου Ιεροσολύμων, Ανδρέα Κρήτης, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Δαμασκηνού κ.ά., καθώς και από τα σχετικά τροπάρια της εκκλησιαστικής υμνολογίας. Στα κείμενα αυτά διασώζεται η «αρχαία και αληθεστάτη» παράδοση της Εκκλησίας γι’ αυτό το Θεομητορικό γεγονός.
Έτσι, λοιπόν, κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η μητέρα του Ιησού Χριστού, Μαρία (η Θεοτόκος και Παναγία), πληροφορήθηκε τον επικείμενο θάνατό της από έναν άγγελο τρεις ημέρες προτού αυτός συμβεί και άρχισε να προετοιμάζεται κατάλληλα. Προσεύχεται στο όρος των Ελαιών και δίνει τα υπάρχοντά της σε δύο γειτόνισσές της χήρες. Επειδή κατά την ημέρα της Κοίμησής της δεν ήταν όλοι οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, καθώς κήρυτταν «απανταχού γης», μία νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε κοντά της. Μοναδικός απών ο απόστολος Θωμάς.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου συνέβη στο σπίτι του Ευαγγελιστή Ιωάννη, στο οποίο διέμενε η μητέρα του Θεανθρώπου. Αφού της έκλεισαν τα μάτια, οι Απόστολοι μετέφεραν το νεκροκρέβατό της στον κήπο της Γεθσημανής, όπου και την έθαψαν. Κατά τη μεταφορά του λειψάνου της, φανατικοί Ιουδαίοι αποπειράθηκαν να ανατρέψουν το νεκροκρέβατό της, αλλά τυφλώθηκαν. Μόνο ένας από αυτούς κατόρθωσε να το ακουμπήσει, αλλά μια αόρατη ρομφαία του έκοψε τα χέρια.
Μοναδικός απών από την κηδεία της υπήρξε, όπως προαναφέραμε, ο Απόστολος Θωμάς. Όταν μετά από τρεις ημέρας πήγε στον τάφο της, βρήκε μόνο τα εντάφια. Προφανώς, η Παναγία είχε αναστηθεί. Πάνω στον τάφο της χτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός, που αποδίδεται στην Αγία Ελένη. Μετά την καταστροφή του, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μαρκιανός (450-457) με τη δεύτερη σύζυγό του Πουλχερία έχτισαν ένα νέο ναό, που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Μεταξύ της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας υπάρχει δογματική διαφορά σχετικά με την Κοίμηση της Θεοτόκου. Η Καθολική Εκκλησία πιστεύει στο δόγμα της ενσώματης ανάληψης της Θεοτόκου (Assumptio Beatae Mariae Virginis), που οριστικοποιήθηκε με την αποστολική εγκύκλιο του Πάπα Πίου IB’ «Munificentissimus Deus» (1 Νοεμβρίου 1950). Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία κάνει λόγο πρώτα για Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή πραγματικό θάνατο (χωρισμό ψυχής και σώματος) και στη συνέχεια για μετάσταση της Θεοτόκου, δηλαδή ανάσταση (ένωση ψυχής και σώματος) και ανάληψή της κοντά στον Υιόν της.
Εξωβιβλικές πηγές της εορτής
Με δεδομένο πως απουσιάζουν μαρτυρίες σχετικές με τα γεγονότα της κοιμήσεως της Θεοτόκου, το εορτολογικό περιεχόμενό της το εντοπίζουμε σε εξωβιβλικές μαρτυρίες. Έτσι έχουμε ένα απόκρυφο κείμενο με τίτλο De transitu beatae Mariae virginis (Περί μεταστάσεως της μακαρίας Παρθένου Μαρίας) χρονολογούμενο τον 5ο αιώνα και είναι λατινική μετάφραση παλιότερου χαμένου ελληνικού πρωτοτύπου. Γύρω στον 6ο αιώνα έχουμε λατινική μετάφραση ενός άλλου απόκρυφου έργου με τίτλο Joannis liber de Dormitione Mariae (βίβλος Ιωάννου περί της κοιμήσεως της Μαρίας) ενώ εκδόθηκε και συριακή μετάφραση. Η λατινική μετάφραση του Transitus αποτελεί ελεύθερη απόδοση του συριακού Joanis liber. Για άλλους ερευνητές το Transitus δεν είναι τίποτε άλλο παρά συμπερίληψη όλων των περί Κοιμήσεως απόκρυφων αφηγήσεων. Το αρχικό πρωτότυπο δεν αποκλείεται επίσης να ήταν και ελληνικό, χρονολογούμενο στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. και μεταφράστηκε στα κοπτικά, λατινικά και αραβικά και ίσως αποτελεί σύνοψη αρχαιότερων πηγών από τον 2ο αι. μ.Χ. Σε κάθε περίπτωση οι απόκρυφες αφηγήσεις συνδέονται με το εορτολογικό περιεχόμενο της εορτής και όχι με το πώς εμφανίστηκε η εορτή.
Η περί του τόπου ταφής της Θεοτόκου παράδοση
Η παλιότερη αναφορά στον τόπο ταφής της Θεοτόκου προέρχεται από τον 5ο αιώνα και συνδέεται με τα Ιεροσόλυμα. Οδοιπορικά του 6ου αιώνα (Θεοδόσιος το 530, Αντώνιος Πλακεντίας το 570) προσδιορίζουν τον τάφο της στη Γεσθημανή. Τον 7ο αιώνα, τον ίδιο τόπο προσδιορίζει και ο Σοφρώνιος Ιεροσολύμων, και στο Breviarius de Hierosolyma η Έφεσος θεωρείται ένας εναλλακτικός τόπος ταφής της Θεοτόκου θεμελιωμένος από την απόκρυφη παράδοση που θέλει τον Ευαγγελιστή Ιωάννη όταν ήλθε στην Έφεσο να έφερε μαζί του και τη Θεοτόκο αλλά και από τη σύγκληση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου στο ναό της αγίας Μαρίας στην πόλη αυτή.
Πηγή: nextdeal.gr









