Την ανάγκη για τη διαμόρφωση και εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου για την αγροτική οικονομία υπογράμμισε ο βουλευτής Έβρου της Νέας Δημοκρατίας και πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Σταύρος Κελέτσης, κατά την τοποθέτησή του στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση για τη σύσταση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την Αγροτική Πολιτική.
Ο κ. Κελέτσης επεσήμανε ότι οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών, πέρα από τα επιμέρους αιτήματα, ανέδειξαν ξανά το ζήτημα του μέλλοντος του πρωτογενούς τομέα στη χώρα. Όπως σημείωσε, πολλά από τα αιτήματα είναι βάσιμα, όπως οι καθυστερήσεις στις ευρωπαϊκές ενισχύσεις, οι χαμηλές τιμές σε βασικά προϊόντα όπως το βαμβάκι και το σιτάρι, καθώς και το υψηλό κόστος παραγωγής.
Τόνισε, ωστόσο, ότι ακόμη και αν ικανοποιηθούν βραχυπρόθεσμα όλα τα αιτήματα, τα προβλήματα θα επανεμφανιστούν, καθώς η ελληνική αγροτική οικονομία αντιμετωπίζει βαθιά δομικά ζητήματα. Υπενθύμισε ότι από το 1981 μέχρι σήμερα έχουν εισρεύσει στη χώρα πάνω από 180 δισεκατομμύρια ευρώ μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, χωρίς όμως να επιτευχθεί ουσιαστική ανταγωνιστικότητα και αύξηση της παραγωγικότητας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ποτέ δεν εφαρμόστηκε ένα συνολικό και συνεκτικό σχέδιο αγροτικής ανάπτυξης, κάτι που μπορεί να γίνει τώρα με πρώτο βήμα τη σύσταση της κοινοβουλευτικής επιτροπής. Το σχέδιο, όπως ανέφερε, θα πρέπει να είναι ρεαλιστικό, βιώσιμο και να έχει εξαγωγικό προσανατολισμό, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις διεθνείς συνθήκες όσο και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη σχεδιασμού ανά γεωγραφική περιφέρεια, με βάση τα πλεονεκτήματα κάθε περιοχής, αλλά και στα χρόνια προβλήματα της ελληνικής γεωργίας, όπως ο πολυτεμαχισμένος κλήρος – με μέσο όρο 70 στρέμματα ανά εκμετάλλευση έναντι 180 στην ΕΕ – και η διαχείριση των υδάτινων πόρων.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε ειδικά στα ζητήματα των υδάτων του Άρδα και του Νέστου, επισημαίνοντας ότι οι συμφωνίες με τη Βουλγαρία κοστίζουν εκατομμύρια ευρώ ετησίως λόγω της απουσίας σύγχρονων φραγμάτων και αποταμιευτήρων.
Ο κ. Κελέτσης κάλεσε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς να συμμετάσχουν στον εθνικό διάλογο με αίσθημα ευθύνης. Από την πλευρά της Πολιτείας ζήτησε δέσμευση για έργα υποδομής, όπως αναδασμοί, φράγματα, αρδευτικά έργα, αγροτική οδοποιία, αξιοποίηση της γεωθερμίας και ενίσχυση των συλλογικών σχημάτων παραγωγών.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι και οι ίδιοι οι αγρότες θα πρέπει να αποδεχθούν την ανάγκη αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών, τη συμμετοχή σε συλλογικά σχήματα, τη χρήση νέων τεχνολογιών και την εκπαίδευση, προκειμένου να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα.
Όπως κατέληξε, μόνο μέσα από έναν τέτοιο συνολικό σχεδιασμό μπορεί να διαμορφωθεί ένας βιώσιμος και πραγματικά ανταγωνιστικός πρωτογενής τομέας στη χώρα.
Κ.Π.








